Οι εφοπλιστές Νικόλας Φράγκος και Καδιώ Σιγάλα εισήχθησαν στο «Πάνθεον της Ναυτιλίας»
Δύο εμβληματικοί εφοπλιστές, ο καπετάν Νικόλας Φράγκος, πατέρας της Αγγελικής Φράγκου και η Καδιώ Σιγάλα, η οποία θεωρείται η πρώτη γυναίκα που ασχολήθηκε με τον εφοπλισμό εισήχθησαν πριν από λίγο στο «Πάνθεον της Ναυτιλίας».
Η εκδήλωση ήταν αφιερωμένη στα «ευλογημένα πλοία Liberties» που με απόφαση της κυβέρνησης των ΗΠΑ τον Απρίλιο του 1946, δόθηκαν σε Έλληνες εφοπλιστές.
Τα 100 πλοία Liberties αποτέλεσαν την αρχή του «ελληνικού ναυτιλιακού θαύματος».
Πριν την ανακήρυξη των δύο εφοπλιστών, δωρήθηκε στην Αμερικανική Πρεσβεία ένας πίνακας του Τζων Κόνελι που απεικονίζεται ένα πλοίο «Λίμπερτυ».
Τον πίνακα παρέλαβε η αμερικανίδα πρέσβης Κίμπερλι Γκιλφόιλ.
Ο καπετάν Νικόλας Φράγκος
Ο καπετάν Νικόλαος Φράγκος γεννήθηκε το 1926 στα Καρδάμυλα της Χίου, το σημαντικότερο λίκνο του ελληνικού εφοπλισμού και πέθανε την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016
Και οι δύο πλευρές της οικογένειας του, είχαν μακροχρόνιους δεσμούς με τη θάλασσα. Τα εφηβικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από την τετράχρονη Γερμανοϊταλική κατοχή, μια περίοδο που επικρατούσε πείνα, φτώχεια και -πάνω απ’ όλα- ο φόβος του θανάτου. Παρά τις μεγάλες δυσκολίες, κατάφερε να τελειώσει το Γυμνάσιο στη γενέτειρά του. Το 1947 ανέλκυσε το ναυάγιο ενός οικογενειακού του πλοίου που είχε βυθιστεί από τους Γερμανούς και ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία ταξιδεύοντας στη Μεσόγειο ως το 1951 που έχασε τον πατέρα του.
Το 1960 αγόρασε το πρώτο του πλοίο το «Κάπταιν Φράγκος» και ξεκίνησε την δική του εφοπλιστική πορεία. Τέσσερα χρόνια αργότερα εγκαινίασε την συνεργασία με τον Νικόλαο Μουνδρέα με την αγορά του πλοίου «Good Hope» και το 1966 δημιουργήθηκε η Good Faith Shipping. Συνολικά μέσα στο πέρασμα του χρόνου η εταιρεία τους διαχειρίστηκε περισσότερα από 150 πλοία ενώ στα τέλη του 1990 είχε εξελιχθεί στη μεγαλύτερη εταιρεία του ελληνόκτητου στόλου.
Πρωτοπόρος και νεωτεριστής για την εποχή του, ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς με τη μακρινή Κίνα, διαβλέποντας τη δυναμική της χώρας αυτής στη ναυτιλία, ακόμα και την εποχή που ήταν απομονωμένη. Βοήθησε στην εκπαίδευση των ναυτικών της και με χρηματοδότηση του ολοκληρώθηκε η ανέγερση δύο δημοτικών σχολείων για τα παιδιά των πόλεων Jim Ρing και Ma Li Two της επαρχίας Yunnai στην Κίνα. Οι Κινέζοι του απένειμαν το Χρυσό Αστέρι, την υψηλότερη διάκριση που θα μπορούσε να δοθεί σε έναν πολίτη ξένου κράτους.
Με την αείμνηστη σύζυγό του Στέλλα Μονογιού η οποία υπήρξε καθηγήτρια φιλόλογος, δημιούργησαν μαζί και στήριξαν ένα τεράστιο φιλανθρωπικό έργο. Η προσφορά στους πάσχοντες συνανθρώπους είτε μεμονωμένους είτε συλλογικά ήταν αυτονόητη και έμπρακτη σε όλη την διάρκεια της ζωής τους.

Πιο πρόσφατα χρηματοδότησε την ανέγερση του ΚΑΠΗ Κηφισιάς όπως και του Γυμνάσιου Καρδαμύλων «ΠΤΕΡΥΓΑ ΣΤΕΛΛΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΦΡΑΓΚΟΥ» πάντα στο όνομα της αειμνήστου συζύγου του.
Ο καπετάν Νίκος αγάπησε και τίμησε την γενέτειρά του. Ως πρόεδρος του Συνδέσμου των απανταχού Καρδαμυλίων βοήθησε στην επίλυση των προβλημάτων των Καρδαμύλων διαθέτοντας μεγάλα ποσά. Με τις ενέργειες του ο σύνδεσμος των Απανταχού Καρδαμυλίων απέκτησε στην Αττική ιδιόκτητη στέγη.
Σπουδαίο χαρακτηριστικό του υπήρξε η προσέγγιση στον άνθρωπο μέσα από ένα πρίσμα προσήνειας και καταδεκτικότητας. Η πόρτα του ήταν ανοικτή σε όλους όσοι ήθελαν να του μιλήσουν, να τον συμβουλευτούν ή να ζητήσουν κάποια διευκόλυνση. Η επαγγελματική του καταξίωση και τα υλικά αγαθά που απέκτησε δεν αλλοίωσαν ούτε
στο ελάχιστο τούτη την ευγενική προδιάθεση της ψυχής του και αυτό υπήρξε ο πιο ισχυρός συνδετικός του κρίκος με τους ναυτικούς και γενικά τους συνεργάτες του.
Η θάλασσα που τόσο τον γοήτευσε από μικρό παιδί δεν του έδωσε μόνο επαγγελματικά διέξοδα αλλά τον έφερε όπως και όλους τους ναυτικούς των παλαιότερων εποχών κατάφατσα στον κίνδυνο της αδυσώπητης πάλης με τα κύματα που υπενθυμίζει σε κάθε άνθρωπο την αδυναμία του απέναντι στη δύναμη της φύσης και σφυρηλατεί την ανάγκη προσέγγισης με το θεό, τον μόνο που μπορεί να βοηθήσει όταν οι ανθρώπινες δυνάμεις εξαντλούνται. Βαθιά λοιπόν θεοσεβής με σκέψη καθαρή και απαλλαγμένη από μεταφυσικές υπερβολές και αναζητήσεις αισθάνθηκε την ανάγκη να ανταποδώσει στο Θεό τη χάρη της δικής του επιβίωσης από την πολυετή σκληρή θητεία του στις θάλασσες και της μελλοντικής του καταξίωσης στην οργάνωση ναυτιλιακών επιχειρήσεων με την πεμπτουσία της διδασκαλίας του Χριστού, την αγάπη και βοήθεια στο συνάνθρωπο. Έτσι δημιούργησε στενούς δεσμούς με την Εκκλησία, οι οποίοι δεν είχαν υπόβαθρο κάποια ματαιοδοξία αλλά αποτελούσαν προέκταση της επιθυμίας του να είναι χρήσιμος στους ανθρώπους, στόχο που ή πιεσμένη από τις δουλειές καθημερινότητα του δεν επέτρεπε να πραγματώσει με τη δική του επιμέλεια. Πιστεύοντας ακράδαντα στο φιλάνθρωπο προορισμό της Εκκλησίας έκανε ο,τι μπορούσε με σκοπό να τη βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση δίχως ιδιοτέλεια και τυμπανοκρουσίες.
Ο καπετάν Νίκος υπήρξε μεγάλος υποστηρικτής της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Βοήθησε αποφασιστικά στην ίδρυση του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας στην Ελλάδα και βραβεύθηκε με το Χρυσό Σταυρό, την υψηλότερη διάκριση που απονέμει η Εκκλησία.
Σε αναγνώριση των προσπαθειών του για την Ορθοδοξία η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τον συμπεριέλαβε στα μέλη της Ελληνικής Επιτροπής Κοινωνικής Πρόνοιας. Ήταν επίσης μέλος της διοικητικής ομάδος της Ελληνικής Αρχιεπισκοπής της Αμερικής. Επίτροπος του Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος Πειραιώς, συνέβαλε στην ανακαίνιση της εκκλησίας και υπήρξε μέγας ευεργέτης της Πειραϊκής εκκλησίας.
Η παρακαταθήκη που άφησε στα παιδιά και τα εγγόνια του δεν είναι τίποτα άλλο από τα στοιχεία εκείνα που τον χαρακτήριζαν στο δρόμο του επιχειρείν και τον ανέδειξαν στην κορυφή της ναυτιλιακής κοινότητας για πολλές δεκαετίες. Τόλμη, διορατικότητα, εντιμότητα στις συναλλαγές, εκτίμηση στα πρόσωπα των συνεργατών του, ατέλειωτο ενδιαφέρον για τους αξιωματικούς και τα πληρώματα των πλοίων ανεξάρτητα από εθνικότητα, δικαιοσύνη στις αποφάσεις του και προσήλωση στο στόχο της καλύτερης δυνατής προσέγγισης στις εκάστοτε επικρατούσες παραμέτρους της ανέκαθεν παγκοσμιοποιημένης ναυτιλιακής βιομηχανίας.
Η Καδιώ Σιγάλα

Η πιο σύγχρονη καπετάνισσα θεωρείται η Καδιώ Σιγάλα που σε ηλικία 40 ετών ήρθε στον Πειραιά από τη Σαντορίνη και είναι η πρώτη γυναίκα που ασχολήθηκε τον προηγούμενο αιώνα με τη ναυτιλία.
Η Καδιώ Γ. Σιγάλα γεννήθηκε στην Οία της Σαντορίνης το 1885 και ήταν κόρη του καπτ. Γεωργίου Νομικού και σύζυγος του Γεωργίου Α. Σιγάλα.
H οικογένεια του συζύγου της ασχολούνταν με τη ναυτιλία από τα τέλη του 18ου αιώνα, ενώ και η ίδια προερχόταν από ναυτικό περιβάλλον. Το 1922 υπήρξε χρονιά-σταθμός για την οικογενειακή επιχείρηση, καθώς ο Οίκος Σιγάλα, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος στην Οία της Σαντορίνης και διαχειριζόταν σημαντικό αριθμό ιστιοφόρων, επένδυσε στα ατμόπλοια και μετεγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Η διττή αυτή απόφαση θα ήταν ευεργετική για τη διαχείριση και την ανάπτυξη της ναυτιλιακής επιχείρησης.
Η Καδιώ Γ. Σιγάλα αποτέλεσε τη βασική διαχειρίστρια του ναυτιλιακού οίκου στον Πειραιά, με τον σύζυγό της και τον υιό της Αλέξανδρο Σιγάλα (1900-1978) να εργάζονται ως καπετάνιοι στα εμπορικά πλοία της εταιρείας κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Με την υπομονή και την εργατικότητα που χαρακτήριζε την Καδιώ Γ. Σιγάλα στη διαχείριση πλοίων, η ναυτιλιακή επιχείρηση της οικογένειας Σιγάλα έφτασε να διαχειρίζεται τέσσερα ατμόπλοια λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της διαχείρισης πληρωμάτων ήταν η επιλογή της εταιρείας να έχει πάντοτε στα πλοία της ναυτικούς από τη Σαντορίνη. Ταυτόχρονα, η Καδιώ Γ. Σιγάλα διατηρούσε προσωπική σχέση με τα πληρώματα των πλοίων που διαχειριζόταν, ίδιον του διαχρονικού «hands-on management» των Ελλήνων της θάλασσας.
Η δίνη των πολεμικών συγκρούσεων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε ιδιαίτερα οδυνηρή για τα πλοία ελληνικής διαχείρισης και τους Έλληνες ναυτικούς και η μοίρα του «πλωτού υλικού» της οικογένειας Σιγάλα δεν αποτέλεσε εξαίρεση: όλα τα πλοία τους βυθίστηκαν από τους Γερμανούς, γεγονός ιδιαίτερα δυσμενές για τις προοπτικές της επιχείρησης κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Η καταστροφή αυτή έδωσε το δικαίωμα στον Αλέξανδρο Σιγάλα να αγοράσει ένα από τα 100 πλοία τύπου Λίμπερτυ, τα οποία η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε θέσει προς πώληση σε Έλληνες πλοιοκτήτες με την εγγύηση του ελληνικού κράτους. Το πλοίο αυτό, το «Σαντορίνη», φέροντας το όνομα της ιδιαίτερης πατρίδας του Οίκου Σιγάλα, ήταν ο θεμέλιος λίθος για την ανασυγκρότηση της Sigalas Brothers Steamships, η οποία δραστηριοποιήθηκε στον κλάδο των φορτηγών και επιβατηγών πλοίων από το 1947 έως το 1962. Την κληρονομιά της ναυτιλιακής αυτής επιχείρησης θα συνέχιζαν μέλη της οικογένειας Σιγάλα.
Η Καδιώ Γ. Σιγάλα απεβίωσε πλήρης ημερών στις 2 Ιουλίου 1967, ολοκληρώνοντας ένα από τα πιο ιδιαίτερα κεφάλαια της σύγχρονης ναυτιλιακής ιστορίας της χώρας. Όπως αναφέρουν τα Ναυτικά Χρονικά στη νεκρολογία της, η Καδιώ Γ. Σιγάλα «ανεμίχθη ολοκληρωτικώς με την εφοπλιστικήν επιχείρησιν». Η Κυκλαδίτισσα εφοπλίστρια κατόρθωσε να επιβιώσει και να καθιερωθεί επαγγελματικά σε έναν κλάδο ιδιαίτερο και απαιτητικό, σε μια εποχή που μια γυναίκα αποτελούσε μοναδικό φαινόμενο στον ευρύτερο επαγγελματικό στίβο.
Στη σημερινή εποχή, η ναυτιλιακή βιομηχανία απασχολεί δεκάδες χιλιάδες γυναίκες, οι οποίες, καταλαμβάνοντας θέσεις σε όλες τις επαγγελματικές βαθμίδες του κλάδου, επιδεικνύουν υψηλή φιλοδοξία, ισχυρή θέληση και επαγγελματικό όραμα. Μορφές όπως η Καδιώ Γ. Σιγάλα αποτελούν παραδείγματα για το πώς μια προσωπικότητα με ικανότητα, επιμονή και πάθος για το επάγγελμά της μπορεί να τα καταφέρει απέναντι στις αντιξοότητες και να αφήσει το δικό της αποτύπωμα στη ναυτιλιακή βιομηχανία.
Δείτε φωτογραφίες από την τελετή:
















Content Original Link:
" target="_blank">

